Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jolting
01
τραντάζοντας, ακανόνιστος
causing or characterized by jolts and irregular movements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jolting
συγκριτικός βαθμός
more jolting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, experience, sensation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jolting
jolt



























