Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jollity
01
χαρά, ευθυμία
the state of extreme happiness, exuberance, or cheerfulness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jollity
jolly
jol



























