jollity
jo
ˈʤɒ
τζο
lli
λα
ty
ti
τι
jollify

Ορισμός και σημασία του "jollity"στα αγγλικά

01

χαρά, ευθυμία

the state of extreme happiness, exuberance, or cheerfulness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jollity
jolly
jol
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store