jostle
jo
ˈʤɑ
τζα
stle
səl
σαλ
/d‍ʒˈɒsə‍l/

Ορισμός και σημασία του "jostle"στα αγγλικά

to jostle
01

σπρώχνω, ανοίγω δρόμο

push or shove to make one's way through a crowd
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jostle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jostles
ενεστώτα μετοχή
jostling
απλός αόριστος
jostled
παθητική μετοχή
jostled
Παραδείγματα
People jostled for seats on the bus.
Οι άνθρωποι σπρώχνονταν για να πάρουν θέσεις στο λεωφορείο.
02

σπρώχνω, συγκρούομαι

bump into or collide roughly while moving
Transitive: to jostle sb/sth
Intransitive
Παραδείγματα
He jostled his friend while running past.
Αυτός σύγκρουσε τον φίλο του ενώ έτρεχε.
01

μια σπρωξιά, ένα σκούντημα

a push or shove, especially when forcing a way through a crowd
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jostles
Παραδείγματα
The child stumbled after a jostle from behind.
Το παιδί σκόνταψε μετά από μια σπρωξιά από πίσω.
02

σπρώξιμο, συνωστισμός

a crowded situation with people pushing against each other
Παραδείγματα
We were caught in the noisy jostle of the festival.
Παγιδευτήκαμε στο θορυβώδες σπρώξιμο του φεστιβάλ.

Λεξικό Δέντρο

jostling
jostle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store