Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jostle
01
σπρώχνω, ανοίγω δρόμο
push or shove to make one's way through a crowd
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jostle
γ΄ ενικό πρόσωπο
jostles
ενεστώτα μετοχή
jostling
απλός αόριστος
jostled
παθητική μετοχή
jostled
Παραδείγματα
He had to jostle through the packed station.
Έπρεπε να σπρώξει μέσα από το γεμάτο σταθμό.
02
σπρώχνω, συγκρούομαι
bump into or collide roughly while moving
Transitive: to jostle sb/sth
Intransitive
Παραδείγματα
He accidentally jostled her in the hallway.
Την σύγκρουσε κατά λάθος στο διάδρομο.
Jostle
01
μια σπρωξιά, ένα σκούντημα
a push or shove, especially when forcing a way through a crowd
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jostles
Παραδείγματα
A sudden jostle made her drop her bag.
Ένα ξαφνικό σπρώξιμο την έκανε να αφήσει την τσάντα της να πέσει.
02
σπρώξιμο, συνωστισμός
a crowded situation with people pushing against each other
Παραδείγματα
The jostle at the entrance made it hard to get inside.
Η σπρώξιμο στην είσοδο έκανε δύσκολη την είσοδο μέσα.
Λεξικό Δέντρο
jostling
jostle



























