dye couplerdystrophy
από 34
dye couplerdystrophy
dye coupler[n]

συζευκτής χρωστικής,παράγοντας σύζευξης χρωστικών

dye-sublimation printing[n]

εκτύπωση με θερμική μετενσάρκωση χρωστικών,εκτύπωση με μεταφορά χρωστικών με θερμική μετενσάρκωση

dyed[adj]

βαμμένο,τεχνητά χρωματισμένο

dyed in the wool[phrase]
dyeing[n]

βαφή,χρωματισμός

dyer[n]

βαφέας,χρωματιστής

dyestuff[n]

χρωστική ουσία,βαφή

dying[adj][n]

πεθαίνοντας,αγωνιζόμενος • το τέλος,η παρακμή

dyke[n]

λεσβία,αρρενωπή λεσβία

dynamic[adj][n]

ενεργητικός,δυναμικός • κινητήριος δύναμη,κινητήρας

dynamic character[n]

δυναμικός χαρακτήρας,εξελισσόμενος χαρακτήρας

dynamic message sign[n]

δυναμική πινακίδα μηνύματος,πίνακας μεταβλητού μηνύματος

dynamic posturography[n]

δυναμική ποστουρογραφία,δοκιμή ισορροπίας

dynamic syntax[n]

δυναμική σύνταξη,δυναμικό πλαίσιο σύνταξης

dynamically[adv]

δυναμικά

dynamics[n]
dynamism[n]

δυναμισμός

dynamite[n][v]

δυναμίτης,ένα πολύ ισχυρό εκρηκτικό • ανατινάζω με δυναμίτη,καταστρέφω με δυναμίτη

dynamo[n]
dynasty[n]

δυναστεία

dyne[n]

δύνα,μονάδα δύναμης στο σύστημα εκατοστό-γραμμάριο-δευτερόλεπτο

dyno[n]

dyno,δυναμικό άλμα

dysarthria[n]

δυσαρθρία,κινητική διαταραχή ομιλίας

dyscalculia[n]

δυσκαλκουλία,διαταραχή μάθησης των μαθηματικών

dyscravia[n]

δυσκραβία,μαθησιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην κατανόηση και επεξεργασία γραπτών συμβόλων

dysentery[n]

δυσεντερία,αιματηρή διάρροια

dysfunction[n]

δυσλειτουργία,παρέκκλιση λειτουργίας

dysfunctional[adj]

δυσλειτουργικός,ελαττωματικός

dysgraphia[n]

δυσγραφία,ειδική μαθησιακή διαταραχή που επηρεάζει τις δεξιότητες γραφής

dyslexia[n]

δυσλεξία,ειδική διαταραχή ανάγνωσης και ορθογραφίας

dyslexic[n][adj]

δυσλεξικός,άτομο με δυσλεξία • δυσλεκτικός,σχετικός με τη δυσλεξία

dysorthography[n]

δυσορθογραφία,διαταραχή ορθογραφίας

dyspepsia[n]

δυσπεψία,δυσανεξία στομάχου

dyspraxia[n]

δυσπραξία,διαταραχή ανάπτυξης συντονισμού

dystopian[adj]

δυστοπικός,εφιαλτικός

dystopian fiction[n]

δυστοπική μυθοπλασία,δυστοπικό μυθιστόρημα

dystopian film[n]

δυστοπική ταινία,κινηματογράφος δυστοπίας

dystrophy[n]

δυστροφία,οποιαδήποτε εκφυλιστική διαταραχή που προκύπτει από ανεπαρκή ή ελαττωματική διατροφή

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή