dyscalculia
dys
ˌdɪs
ντισ
cal
kæl
καιλ
cu
ˈkju:
κγου
lia
liə
λια

Ορισμός και σημασία του "dyscalculia"στα αγγλικά

01

δυσκαλκουλία, διαταραχή μάθησης των μαθηματικών

a learning disorder characterized by difficulty in understanding and performing mathematical concepts and calculations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite extensive tutoring, he struggles with dyscalculia, finding basic arithmetic tasks challenging. 

Παρά την εκτενή διδασκαλία, παλεύει με τη δυσκαλκουλία, βρίσκοντας τις βασικές αριθμητικές εργασίες προκλητικές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store