Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dyscalculia
01
δυσκαλκουλία, διαταραχή μάθησης των μαθηματικών
a learning disorder characterized by difficulty in understanding and performing mathematical concepts and calculations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite extensive tutoring, he struggles with dyscalculia, finding basic arithmetic tasks challenging.
Παρά την εκτενή διδασκαλία, παλεύει με τη δυσκαλκουλία, βρίσκοντας τις βασικές αριθμητικές εργασίες προκλητικές.



























