dysfunctional
dys
dɪs
dis
func
ˈfʌnk
fank
tio
ʃə
shē
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "dysfunctional"στα αγγλικά

dysfunctional
01

δυσλειτουργικός, ελαττωματικός

not working normally in the body 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dysfunctional
συγκριτικός βαθμός
more dysfunctional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient was diagnosed with a dysfunctional kidney. 

Ο ασθενής διαγνώστηκε με δυσλειτουργικό νεφρό.

02

δυσλειτουργικός, απροσάρμοστος

(of a behavior or condition) not providing any useful or adaptive benefit 
Παραδείγματα
Aggression can become a dysfunctional trait in cooperative environments. 

Η επιθετικότητα μπορεί να γίνει ένα δυσλειτουργικό χαρακτηριστικό σε συνεργατικά περιβάλλοντα.

03

δυσλειτουργικός, αποτυχημένος

unhealthy or broken in how people or groups operate together 
Παραδείγματα
A dysfunctional family creates stress for children. 

Μια δυσλειτουργική οικογένεια δημιουργεί στρες για τα παιδιά.

Λεξικό Δέντρο

dysfunctional
dysfunction
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store