Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dysorthography
01
δυσορθογραφία, διαταραχή ορθογραφίας
a condition characterized by difficulties in spelling words correctly due to challenges in understanding the visual representation of letters and their arrangement in words
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dysorthographies
Παραδείγματα
Dysorthography, a specific learning difficulty, affects an individual's ability to accurately spell words.
Η δυσορθογραφία, μια συγκεκριμένη δυσκολία μάθησης, επηρεάζει την ικανότητα ενός ατόμου να γράφει σωστά τις λέξεις.



























