Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dyspraxia
01
δυσπραξία, διαταραχή ανάπτυξης συντονισμού
a neurological condition characterized by difficulties in coordination, movement, and planning, often affecting activities of daily living and academic performance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Individuals with dyspraxia may struggle with tasks such as tying shoelaces, buttoning shirts, or using utensils while eating.
Τα άτομα με δυσπραξία μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε εργασίες όπως το δέσιμο των κορδονιών, το κούμπωμα των μπλουζών ή τη χρήση μαχαιροπήρουνων κατά το φαγητό.



























