dyslexic
dys
ˈdɪs
ντισ
lex
lɛk
λεκ
ic
sɪk
σικ
/dɪslˈɛksɪk/

Ορισμός και σημασία του "dyslexic"στα αγγλικά

01

δυσλεξικός, άτομο με δυσλεξία

a person who has dyslexia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dyslexics
01

δυσλεκτικός, σχετικός με τη δυσλεξία

of or relating to or symptomatic of dyslexia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

δυσλεκτικός, που πάσχει από δυσλεξία

having a learning disorder that affects a person's ability to read, write, and spell
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store