Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dyslexic
01
δυσλεξικός, άτομο με δυσλεξία
a person who has dyslexia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dyslexics
dyslexic
01
δυσλεκτικός, σχετικός με τη δυσλεξία
of or relating to or symptomatic of dyslexia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
δυσλεκτικός, που πάσχει από δυσλεξία
having a learning disorder that affects a person's ability to read, write, and spell
Λεξικό Δέντρο
dyslexic
dyslex



























