dysfunctional
dys
dɪs
ντισ
func
ˈfənk
φανκ
tio
ʃə
σα
nal
nəl
ναλ
/dɪsfˈʌŋkʃənə‍l/

Ορισμός και σημασία του "dysfunctional"στα αγγλικά

dysfunctional
01

δυσλειτουργικός, ελαττωματικός

not working normally in the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dysfunctional
συγκριτικός βαθμός
more dysfunctional
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Doctors are researching treatments for dysfunctional neurons in the brain.
Οι γιατροί ερευνούν θεραπείες για δυσλειτουργικούς νευρώνες στον εγκέφαλο.
02

δυσλειτουργικός, απροσάρμοστος

(of a behavior or condition) not providing any useful or adaptive benefit
Παραδείγματα
Dysfunctional thought patterns can be targeted in therapy.
Δυσλειτουργικά σχήματα σκέψης μπορούν να στοχευτούν στη θεραπεία.
03

δυσλειτουργικός, αποτυχημένος

unhealthy or broken in how people or groups operate together
Παραδείγματα
She left the dysfunctional relationship for her own well-being.
Έφυγε από τη δυσλειτουργική σχέση για τη δική της ευημερία.

Λεξικό Δέντρο

dysfunctional
dysfunction
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store