Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tailler
01
κλαδεύω, κουρεύω
couper des parties d'un végétal pour en contrôler la croissance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
taille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
taillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
taillerai
ενεστώτα μετοχή
taillant
παθητική μετοχή
taillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
taillions
Παραδείγματα
Apprends à bien tailler les arbustes.
Μάθε να κλαδεύεις καλά τους θάμνους.
02
σκαλίζω, χαράζω
sculpter ou graver un matériau dur avec des outils spécifiques
Παραδείγματα
Il a passé des mois à tailler cette statue de bois.
Πέρασε μήνες σκαλίζοντας αυτό το ξύλινο άγαλμα.
03
réduire la longueur de quelque chose en coupant
Παραδείγματα
Il taille sa moustache chaque semaine.
04
ξεφεύγω, εξαφανίζομαι
partir rapidement ou discrètement
Παραδείγματα
On se taille avant qu' ils nous remarquent.
Φεύγουμε πριν μας παρατηρήσουν.



























