Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tailler
01
κλαδεύω, κουρεύω
couper des parties d'un végétal pour en contrôler la croissance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
taille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
taillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
taillerai
ενεστώτα μετοχή
taillant
παθητική μετοχή
taillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
taillions
Παραδείγματα
Je dois tailler les rosiers avant l'hiver.
Πρέπει να κλαδέψω τους θάμνους των τριαντάφυλλων πριν από τον χειμώνα.
02
σκαλίζω, χαράζω
sculpter ou graver un matériau dur avec des outils spécifiques
Παραδείγματα
L'artisan taille le diamant avec précision.
Ο τεχνίτης λαξεύει το διαμάντι με ακρίβεια.
03
réduire la longueur de quelque chose en coupant
Παραδείγματα
Je dois tailler les ongles du bébé.
04
ξεφεύγω, εξαφανίζομαι
partir rapidement ou discrètement
Παραδείγματα
Il s'est taillé sans dire au revoir.
Εξαφανίστηκε χωρίς να πει αντίο.



























