Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raisonner
01
συλλογίζομαι, σκέφτομαι λογικά
réfléchir de manière logique, utiliser sa raison pour comprendre ou conclure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
raisonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
raisonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raisonnerai
παθητική μετοχή
raisonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
raisonnions
Παραδείγματα
Il sait très bien raisonner dans les situations difficiles.
Ξέρει να συλλογίζεται πολύ καλά σε δύσκολες καταστάσεις.
02
επιχειρώ να πείσω, συζητώ για να πείσω
discuter avec quelqu'un pour le convaincre ou lui faire entendre raison
Παραδείγματα
J'ai essayé de le raisonner, mais il n'écoute pas.
Προσπάθησα να συζητήσω λογικά μαζί του, αλλά δεν ακούει.
03
πείθω τον εαυτό μου, σκέφτομαι για να πείσω τον εαυτό μου
réfléchir pour se convaincre ou se persuader soi-même
Παραδείγματα
Elle s'est raisonnée en se disant que tout irait bien.
Συλλογίστηκε τον εαυτό της λέγοντάς του ότι όλα θα πάνε καλά.



























