Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ralentir
01
επιβραδύνω
réduire sa vitesse ou son rythme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ralentis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ralentissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ralentirai
ενεστώτα μετοχή
ralentissant
παθητική μετοχή
ralenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ralentissions
Παραδείγματα
Ralentissez, il y a un radar !
Επιβραδύνετε, υπάρχει ραντάρ!
02
επιβραδύνω
aire aller moins vite quelque chose
Παραδείγματα
Ralentis le rythme de la musique, s' il te plaît.
Επιβράδυνε τον ρυθμό της μουσικής, παρακαλώ.
03
επιβραδύνω, μειώνω ταχύτητα
devenir moins vite soi-même
Παραδείγματα
Ton rythme cardiaque devrait se ralentir après l' exercice.
Ο καρδιακός σου ρυθμός πρέπει να επιβραδυνθεί μετά την άσκηση.



























