Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ralentir
01
επιβραδύνω
réduire sa vitesse ou son rythme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ralentis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ralentissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ralentirai
ενεστώτα μετοχή
ralentissant
παθητική μετοχή
ralenti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ralentissions
Παραδείγματα
Ralentis avant le virage, c'est dangereux.
Επιβράδυνε πριν από την καμπύλη, είναι επικίνδυνο.
02
επιβραδύνω
aire aller moins vite quelque chose
Παραδείγματα
Le conducteur ralentit la voiture avant le feu rouge.
Ο οδηγός επιβραδύνει το αυτοκίνητο πριν από το κόκκινο φανάρι.
03
επιβραδύνω, μειώνω ταχύτητα
devenir moins vite soi-même
Παραδείγματα
La voiture se ralentit toute seule à cause de la pente.
Το αυτοκίνητο επιβραδύνει από μόνο του λόγω της κλίσης.



























