Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pétrir
01
ζυμώνω, μαλάσσω
travailler une pâte en la malaxant avec les mains ou une machine pour développer le gluten et obtenir une consistance homogène
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pétris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pétrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pétrirai
παθητική μετοχή
pétri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pétrissions
Παραδείγματα
Elle pétrit la pâte à pain pendant dix minutes.
Αυτή ζυμώνει τη ζύμη του ψωμιού για δέκα λεπτά.
02
ζυμώνω, διαμορφώνω
travailler une matière (pâte, argile, métal, idée) pour lui donner une forme, la structurer ou la construire
Παραδείγματα
Elle pétrit l'argile pour créer un vase.
Ζυμώνει το πηλό για να δημιουργήσει ένα βάζο.



























