le quai
Pronunciation
/ke/

Ορισμός και σημασία του "quai"στα γαλλικά

Le quai
[gender: masculine]
01

αποβάθρα, προβλήτα

plateforme au bord de l'eau où les bateaux s'arrêtent pour charger ou décharger
le quai definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quais
Παραδείγματα
Le quai est fermé pour travaux.
Η προβλήτα είναι κλειστή για επισκευές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store