Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le quai
[gender: masculine]
01
αποβάθρα, προβλήτα
plateforme au bord de l'eau où les bateaux s'arrêtent pour charger ou décharger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quais
Παραδείγματα
Le quai est fermé pour travaux.
Η προβλήτα είναι κλειστή για επισκευές.



























