Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quadrupler
01
τετραπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τέσσερα
multiplier par quatre, devenir quatre fois plus grand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
quadruple
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
quadruplons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
quadruplerai
ενεστώτα μετοχή
quadruplant
παθητική μετοχή
quadruplé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
quadruplions
Παραδείγματα
Si tu continues ainsi, tu pourras quadrupler ton capital.
Αν συνεχίσεις έτσι, μπορείς να τετραπλασιάσεις το κεφάλαιό σου.



























