Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quadrupler
01
τετραπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τέσσερα
multiplier par quatre , devenir quatre fois plus grand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
quadruple
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
quadruplons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
quadruplerai
ενεστώτα μετοχή
quadruplant
παθητική μετοχή
quadruplé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
quadruplions
Παραδείγματα
La population de cette ville a quadruplé en vingt ans.
Ο πληθυσμός αυτής της πόλης τετραπλασιάστηκε σε είκοσι χρόνια.



























