quadrupler
quad
kad
καντ
rup
ʁyp
ρυπ
ler
le
λε
quadriller

Ορισμός και σημασία του "quadrupler"στα γαλλικά

quadrupler
01

τετραπλασιάζω, πολλαπλασιάζω επί τέσσερα

multiplier par quatre , devenir quatre fois plus grand 
quadrupler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
quadruple
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
quadruplons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
quadruplerai
ενεστώτα μετοχή
quadruplant
παθητική μετοχή
quadruplé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
quadruplions
Παραδείγματα
La population de cette ville a quadruplé en vingt ans. 

Ο πληθυσμός αυτής της πόλης τετραπλασιάστηκε σε είκοσι χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store