la tition
pe
πε
tit
tis
τισ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "pétition"στα γαλλικά

01

αίτηση, ένσταση

document signé par plusieurs personnes pour demander quelque chose 
la pétition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pétitions
Παραδείγματα
Ils ont signé la pétition contre la fermeture de l'école. 

Υπέγραψαν την αίτηση κατά του κλεισίματος του σχολείου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store