Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pétition
01
αίτηση, ένσταση
document signé par plusieurs personnes pour demander quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pétitions
Παραδείγματα
Ils ont signé la pétition contre la fermeture de l'école.
Υπέγραψαν την αίτηση κατά του κλεισίματος του σχολείου.



























