Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moucher
01
φυσάω τη μύτη μου, καθαρίζω τη μύτη μου
se nettoyer le nez en expulsant l'air par les narines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
mouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
moucherai
ενεστώτα μετοχή
mouchant
παθητική μετοχή
mouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mouchions
Παραδείγματα
Je me mouche avec un mouchoir en papier.
Φυσώ τη μύτη μου με ένα χαρτομάντιλο.
02
καθαρίζω τη μύτη κάποιου, σφουγγίζω τη μύτη
nettoyer le nez de quelqu'un (souvent un enfant) en lui faisant expulser les sécrétions
Παραδείγματα
La mère mouche son bébé avant de le coucher.
Η μητέρα καθαρίζει τη μύτη του μωρού της πριν το κοιμίσει.
03
φυσώ τη μύτη μου, αποβάλλω τις ρινικές εκκρίσεις
faire sortir les sécrétions nasales par une expulsion d'air
Παραδείγματα
Le médecin a dû moucher le patient avec un dispositif médical.
Ο γιατρός έπρεπε να φυσήξει τη μύτη του ασθενούς με μια ιατρική συσκευή.
04
βάζω κάποιον στη θέση του, επιπλήττω αυστηρά
remettre quelqu'un à sa place, le réprimander sévèrement
Παραδείγματα
Le professeur a mouché l'élève insolent devant toute la classe.
Ο δάσκαλος μάλωσε τον αναιδή μαθητή μπροστά σε όλη την τάξη.



























