Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marquer
01
σκοράρω, βάζω γκολ
inscrire un point dans un jeu sportif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marquerai
ενεστώτα μετοχή
marquant
παθητική μετοχή
marqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marquions
Παραδείγματα
Le joueur a marqué sur penalty.
Ο παίκτης σκόραρε από πέναλτι.
02
σημειώνω, συνιστώ
faire une trace ou une indication visible
Παραδείγματα
Marque les vêtements à vendre d' un point rouge.
Σημειώστε τα ρούχα προς πώληση με μια κόκκινη κουκκίδα.
03
εντυπωσιάζω, αφήνω μια διαρκής εντύπωση
laisser une impression durable sur quelqu'un
Παραδείγματα
Leur performance a marqué le public.
Η απόδοσή τους εντύπωσε το κοινό.
04
ανακοινώνω, αποκαλύπτω
rendre public ou faire connaître officiellement
Παραδείγματα
Le juge a marqué la décision finale.
Ο δικαστής σήμανε την τελική απόφαση.



























