Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dérailler
01
εκτροχιάζομαι, αποκλίνω από τον κανόνα
sortir de la voie ou dévier de la norme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déraille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déraillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déraillerai
ενεστώτα μετοχή
déraillant
παθητική μετοχή
déraillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déraillions
Παραδείγματα
La réunion a déraillé à cause des disputes entre collègues.
Η συνάντηση βγήκε εκτός πορείας λόγω των διαφωνιών μεταξύ συναδέλφων.
02
χάνω τη λογική, ενεργώ παράλογα
perdre la raison ou agir de manière irrationnelle
Παραδείγματα
Les politiciens déraillent parfois sous la pression.
Οι πολιτικοί μερικές φορές ξεφεύγουν υπό πίεση.
03
χαλάω, δεν λειτουργεί σωστά
ne pas fonctionner correctement, être défectueux
Παραδείγματα
La production déraille si on ne suit pas les instructions.
Η παραγωγή βγαίνει εκτός τροχιάς αν δεν ακολουθούνται οι οδηγίες.



























