Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dérailler
01
εκτροχιάζομαι, αποκλίνω από τον κανόνα
sortir de la voie ou dévier de la norme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déraille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déraillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déraillerai
ενεστώτα μετοχή
déraillant
παθητική μετοχή
déraillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déraillions
Παραδείγματα
Le train a déraillé à cause de la tempête.
Το τρένο ξετράκαρε λόγω της καταιγίδας.
02
χάνω τη λογική, ενεργώ παράλογα
perdre la raison ou agir de manière irrationnelle
Παραδείγματα
Après cette nouvelle, il a commencé à dérailler.
Μετά από αυτή την είδηση, άρχισε να χάνει τα λογικά του.
03
χαλάω, δεν λειτουργεί σωστά
ne pas fonctionner correctement , être défectueux
Παραδείγματα
La machine déraille souvent quand il fait froid.
Το μηχάνημα χαλάει συχνά όταν κάνει κρύο.



























