Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déborder
01
ξεχειλίζω, ξεχειλίζω
dépasser les limites d'un contenant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déborde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
débordons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déborderai
ενεστώτα μετοχή
débordant
παθητική μετοχή
débordé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
débordions
Παραδείγματα
L'eau déborde de la baignoire.
Το νερό ξεχειλίζει από την μπανιέρα.
02
ξεχειλίζω, ξεχειλίζω από
être rempli à excès (émotions, énergie, vie)
Παραδείγματα
Elle déborde de joie aujourd'hui.
Αυτή σήμερα ξεχειλίζει από χαρά.
03
ξεχειλίζω, πλημμυρίζω
sortir de son lit (pour une rivière ou un cours d'eau)
Παραδείγματα
La Seine a débordé après une semaine de pluie.
Ο Σηκουάνας ξεχείλισε μετά από μια εβδομάδα βροχής.
04
υπερβαίνω τα όρια, παρατραβάω
aller au-delà des limites raisonnables
Παραδείγματα
Il a débordé dans ses critiques.
Υπερέβη τα όρια στις κριτικές του.



























