Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encoger
01
συρρικνώνω, συστέλλω
hacer que algo se vuelva más pequeño, especialmente por lavado o calor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
encojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
encoge
ενεστώτα μετοχή
encogiendo
απλός αόριστος
encogí
παθητική μετοχή
encogido
Παραδείγματα
Mi suéter se encogió en la secadora.
Το πουλόβερ μου συρρικνώθηκε στο στεγνωτήριο.
02
κυρτώνω, σκύβω
doblar o encoger el cuerpo, especialmente los hombros o la espalda
Παραδείγματα
Marta se encogió al escuchar el ruido fuerte.
Η Μάρτα συστέλλθηκε ακούγοντας τον δυνατό θόρυβο.
03
συστέλλομαι, συστέλλομαι από φόβο
hacer un movimiento de recogerse o disminuirse por miedo, frío o inseguridad
Παραδείγματα
Se encogió al escuchar el fuerte grito.
Συστέλλθηκε ακούγοντας τη δυνατή κραυγή.



























