Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encontrar
01
βρίσκω, ανακαλύπτω
localizar o descubrir algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
encuentro
γ΄ ενικό πρόσωπο
encuentra
ενεστώτα μετοχή
encontrando
απλός αόριστος
encontré
παθητική μετοχή
encontrado
Παραδείγματα
No puedo encontrar mis llaves.
Δεν μπορώ να βρω τα κλειδιά μου.
02
συναντώ
reunirse o verse con otra persona o grupo en un lugar determinado
Παραδείγματα
Nos encontramos en el parque a las cinco.
Συναντιόμαστε στο πάρκο στις πέντε.
03
αισθάνομαι, βιώνω
sentir un estado físico o emocional en un momento determinado
Παραδείγματα
Me encuentro cansado hoy.
Βρίσκω τον εαυτό μου κουρασμένο σήμερα.



























