ομολογώ
ομολογία,εξομολόγηση
κομφετί
αξιόπιστος,έμπιστος
αυτοπεπεισμένος,με αυτοπεποίθηση
αυτοπεποίθηση,εμπιστοσύνη στον εαυτό
εμπιστεύομαι
εμπιστευτικό
διαμόρφωση,ρυθμίσεις
ρυθμίζω
φυλάκιση,απομόνωση
απομονώνω,θέτω σε καραντίνα
επιβεβαιώνω
κατάσχεση,παραχώρηση
κατασχώ
ζαχαροπλαστείο,καταστήματα γλυκών
συγκρουσιακότητα
συγκρουσιακός,επιρρεπής σε συγκρούσεις
σύγκρουση,διένεξη
συμμορφωτικός
άνετος,ευχάριστος
αντιπαραθετικός,επιθετικός
συγκρίνω,αντιπαραβάλλω
συνιδρυτής
μπερδεμένος,αποπροσανατολισμένος
μπερδεύω,σαστίζω
παγώνισμα,διαδικασία κατά την οποία ένα υγρό μετατρέπεται σε στερεό λόγω του κρύου
πάγωμα μισθών
κατεψυγμένος,παγωμένος
καταψύκτης,ψυγείο κατάψυξης
παγώνω
συμφόρηση,υπερπλήρωση
υπεραιμικός,φλεγμονώδης
κυκλοφοριακή συμφόρηση,κυκλοφοριακό μποτιλιάρισμα
βουλευτής,μέλος του κογκρέσου
κόνγρεσο,νομοθετική συνέλευση
κωνικός,σε σχήμα κώνου
σύνολο,συλλογή
ξόρκι,μαγεία
ανέχομαι,υπομένω
αναμνηστική εκδήλωση
τιμώ,εορτάζω
σόκ,σύγχυση
εγκεφαλική διάσειση
σοκαρισμένος,συγκλονισμένος
σοκάρει,συγκλονίζει
συγκινητικός,συγκλονιστικός
συγκινώ,επαίρνω
ανταλλάξιμος,αντικαταστάσιμος
συνυποδήλωση,υπονοούμενο
κώνος,κώνος
κωνικό σήμα κυκλοφορίας
γνωρίζω,ξέρω
γνωστός,διάσημος • γνωστός
γνώση,κατανόηση
κατάκτηση
κατακτητής
κατακτώ
καθαγιασμένος
συνειδητός,ενήμερος
συνέπεια
διαδοχικός
επιτυγχάνω,αποκτώ
ιστορία,παραμύθι
σύμβουλος,παραινετής
συμβουλή
συναίνεση
επιεικής,καλομαθημένος
θυρωρός,επιστάτης
κονσέρβα
διατήρηση
συντηρητικός,παραδοσιακός • συντηρητικός
συντηρητισμός,παραδοσιακός
συντηρητικό,συντηρητική ουσία
διατηρώ,προστατεύω
ωδείο
συνετός,ευγενικός
θεωρώ,λαμβάνω υπόψη
αποθήκη αποσκευών
κονσόλα,χειριστήριο
κονσόλα παιχνιδιών
ενισχύω,σταθεροποιώ
συνωμοσία,συνωμοσία
συνωμότης,συνομότες • συνωμοτικός,συνωμοσιολόγος
συνωμοτώ,συνωμοτώ
πιστοποιητικό,βεβαίωση
επίμονος,επιμελής
αστερισμός,ομάδα αστεριών
κατάπληξη ή ανησυχία
συγχύζω
σύνταγμα,θεμελιώδης νόμος
συνταγματικός,συνταγματικός
συνταγματικότητα,συνταγματική συμμόρφωση