Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conseguir
[past form: conseguí][present form: consigo]
01
επιτυγχάνω, αποκτώ
lograr tener o alcanzar algo que se desea o necesita
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
consigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consigue
ενεστώτα μετοχή
consiguiendo
απλός αόριστος
conseguí
παθητική μετοχή
conseguido
Παραδείγματα
Conseguimos buenos resultados con mucho esfuerzo.
Κερδίζουμε καλά αποτελέσματα με πολλή προσπάθεια.



























