conseguir
con
kon
κον
se
se
σε
guir
ˈɣiɾ
γιρ
consentirconstruir

Ορισμός και σημασία του "conseguir"στα ισπανικά

conseguir
01

επιτυγχάνω, αποκτώ

lograr tener o alcanzar algo que se desea o necesita 
conseguir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
consigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consigue
ενεστώτα μετοχή
consiguiendo
απλός αόριστος
conseguí
παθητική μετοχή
conseguido
Παραδείγματα
Conseguí un buen trabajo después de muchas entrevistas. 

Να αποκτήσω μια καλή δουλειά μετά από πολλές συνεντεύξεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store