Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conseguir
01
επιτυγχάνω, αποκτώ
lograr tener o alcanzar algo que se desea o necesita
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
consigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
consigue
ενεστώτα μετοχή
consiguiendo
απλός αόριστος
conseguí
παθητική μετοχή
conseguido
Παραδείγματα
Conseguí un buen trabajo después de muchas entrevistas.
Να αποκτήσω μια καλή δουλειά μετά από πολλές συνεντεύξεις.
LanGeek



























