Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consagrado
01
καθαγιασμένος
que ha sido dedicado o declarado sagrado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas consagrado
συγκριτικός βαθμός
mas consagrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consagrado
αρσενικό πληθυντικό
consagrados
θηλυκό ενικό
consagrada
θηλυκό πληθυντικό
consagradas
Παραδείγματα
Un espacio consagrado a la meditación requiere silencio.
Ένας χώρος αφιερωμένος στο διαλογισμό απαιτεί σιωπή.
02
αναγνωρισμένος, βραβευμένος
que ha sido reconocido y valorado de manera destacada por su calidad o mérito
Παραδείγματα
Se convirtió en una figura consagrada del teatro.
Έγινε μια καθιερωμένη φιγούρα του θεάτρου.
03
καθιερωμένος, αναγνωρισμένος
que está firmemente establecido o reconocido por el tiempo o la tradición
Παραδείγματα
Se trata de una marca consagrada internacionalmente.
Πρόκειται για ένα διεθνώς αναγνωρισμένο εμπορικό σήμα.



























