Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consecutivo
01
διαδοχικός
que sigue uno tras otro sin interrupción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consecutivo
αρσενικό πληθυντικό
consecutivos
θηλυκό ενικό
consecutiva
θηλυκό πληθυντικό
consecutivas
Παραδείγματα
Se clasificó en primer lugar en tres exámenes consecutivos.
Κατετάγη πρώτος σε τρεις διαδοχικές εξετάσεις.



























