consecutivo
consecutivo

Ορισμός και σημασία του "consecutivo"στα ισπανικά

consecutivo
01

διαδοχικός

que sigue uno tras otro sin interrupción 
consecutivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consecutivo
αρσενικό πληθυντικό
consecutivos
θηλυκό ενικό
consecutiva
θηλυκό πληθυντικό
consecutivas
θεματικό πεδίο
orden, secuencia, eventos
Παραδείγματα
Ha ganado tres partidos consecutivos este mes. 

Κέρδισε τρεις συνεχόμενους αγώνες αυτόν τον μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store