Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consagrado
01
καθαγιασμένος
que ha sido dedicado o declarado sagrado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas consagrado
συγκριτικός βαθμός
mas consagrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consagrado
αρσενικό πληθυντικό
consagrados
θηλυκό ενικό
consagrada
θηλυκό πληθυντικό
consagradas
Παραδείγματα
El templo consagrado fue abierto al público.
Ο αφιερωμένος ναός άνοιξε για το κοινό.
02
αναγνωρισμένος, βραβευμένος
que ha sido reconocido y valorado de manera destacada por su calidad o mérito
Παραδείγματα
Es un autor consagrado en la literatura contemporánea.
Είναι καταξιωμένος συγγραφέας στη σύγχρονη λογοτεχνία.
03
καθιερωμένος, αναγνωρισμένος
que está firmemente establecido o reconocido por el tiempo o la tradición
Παραδείγματα
Es una institución consagrada en el país.
Είναι ένα καθιερωμένο ίδρυμα στη χώρα.



























