Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conocido
01
γνωστός, διάσημος
que es famoso o reconocido por muchas personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más conocido
συγκριτικός βαθμός
más conocido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conocido
αρσενικό πληθυντικό
conocidos
θηλυκό ενικό
conocida
θηλυκό πληθυντικό
conocidas
Παραδείγματα
Es un cantante muy conocido en España.
Είναι ένας πολύ γνωστός τραγουδιστής στην Ισπανία.
El conocido
01
γνωστός
persona con la que se tiene trato pero no es un amigo cercano
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conocidos
Παραδείγματα
Él no es mi amigo, solo es un conocido.
Δεν είναι φίλος μου, είναι απλώς ένας conocido.



























