Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conflictividad
01
συγκρουσιακότητα
grado de existencia o intensidad de conflictos o disputas en un contexto social o político
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conflictividad social ha aumentado este año.
Το επίπεδο κοινωνικής σύγκρουσης αυξήθηκε φέτος.



























