Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conllevar
01
ανέχομαι, υπομένω
soportar o sobrellevar una situación, carga o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conllevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
conlleva
ενεστώτα μετοχή
conllevando
απλός αόριστος
conllevó
παθητική μετοχή
conllevado
Παραδείγματα
Tuvo que conllevar el dolor en silencio.
Έπρεπε να conllevar τον πόνο σιωπηλά.
02
συνεπάγεται, περιλαμβάνει
implicar necesariamente una consecuencia o condición
Παραδείγματα
Ese trabajo conlleva mucha responsabilidad.
Αυτή η δουλειά conlleva πολλή ευθύνη.
03
συνεπάγεται, επιφέρει
producir o llevar como consecuencia un resultado
Παραδείγματα
La decisión conllevó cambios importantes.
Η απόφαση conllevó σημαντικές αλλαγές.



























