Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conllevar
01
ανέχομαι, υπομένω
soportar o sobrellevar una situación, carga o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conllevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
conlleva
ενεστώτα μετοχή
conllevando
απλός αόριστος
conllevó
παθητική μετοχή
conllevado
Παραδείγματα
Supo conllevar las dificultades de la vida.
Ήξερε να conllevar τις δυσκολίες της ζωής.
02
συνεπάγεται, περιλαμβάνει
implicar necesariamente una consecuencia o condición
Παραδείγματα
La libertad conlleva obligaciones.
Η ελευθερία conlleva υποχρεώσεις.
03
συνεπάγεται, επιφέρει
producir o llevar como consecuencia un resultado
Παραδείγματα
Esa conducta conllevó la pérdida de confianza.
Αυτή η συμπεριφορά οδήγησε στην απώλεια εμπιστοσύνης.



























