conmovedor
conmovedor

Ορισμός και σημασία του "conmovedor"στα ισπανικά

conmovedor
01

συγκινητικός, συγκλονιστικός

que provoca emociones fuertes, como tristeza o ternura 
conmovedor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más conmovedor
συγκριτικός βαθμός
más conmovedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conmovedor
αρσενικό πληθυντικό
conmovedores
θηλυκό ενικό
conmovedora
θηλυκό πληθυντικό
conmovedoras
θεματικό πεδίο
emoción, arte, experiencia
Παραδείγματα
La película fue muy conmovedora. 

Η ταινία ήταν πολύ συγκινητική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store