conmovedor

Ορισμός και σημασία του "conmovedor"στα ισπανικά

conmovedor
01

συγκινητικός, συγκλονιστικός

que provoca emociones fuertes, como tristeza o ternura
conmovedor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más conmovedor
συγκριτικός βαθμός
más conmovedor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conmovedor
αρσενικό πληθυντικό
conmovedores
θηλυκό ενικό
conmovedora
θηλυκό πληθυντικό
conmovedoras
Παραδείγματα
La carta que recibí fue muy conmovedora.
Το γράμμα που έλαβα ήταν πολύ συγκινητικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store