Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
congestionado
01
υπεραιμικός, φλεγμονώδης
enrojecido o inflamado por exceso de sangre o irritación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más congestionado
συγκριτικός βαθμός
más congestionado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
congestionado
αρσενικό πληθυντικό
congestionados
θηλυκό ενικό
congestionada
θηλυκό πληθυντικό
congestionadas
Παραδείγματα
Tenía los ojos congestionados después de llorar.
Είχε κόκκινα μάτια μετά το κλάμα.
02
συμφορτωμένος, μπλοκαρισμένος
lleno en exceso o con mucha acumulación de personas o cosas
Παραδείγματα
El tráfico estaba congestionado a esa hora.
Η κυκλοφορία ήταν συμφόρηση εκείνη την ώρα.
03
συμφορτωμένος, φραγμένος
con las vías respiratorias bloqueadas o llenas de mucosidad
Παραδείγματα
Estoy congestionado y no puedo respirar bien.
Είμαι βουλωμένος και δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά.



























