Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
congelar
01
παγώνω
sufrir daño por frío intenso, causando que tejidos u objetos se endurezcan o se deterioren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
congelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
congela
ενεστώτα μετοχή
congelando
απλός αόριστος
congeló
παθητική μετοχή
congelado
Παραδείγματα
Sus dedos se congelaron después de horas en la nieve.
Τα δάχτυλά του πάγωσαν μετά από ώρες στο χιόνι.
02
καταψύχω, παγώνω
someter algo a temperaturas muy bajas para que se solidifique y se conserve
Παραδείγματα
Voy a congelar la carne para que no se estropee.
Πρόκειται να καταψύξω το κρέας για να μην χαλάσει.
03
παγώνω, σταματώ
hacer que una imagen o video se detenga en un momento concreto
Παραδείγματα
El programa permite congelar la imagen durante la reproducción.
Το πρόγραμμα επιτρέπει το πάγωμα της εικόνας κατά την αναπαραγωγή.



























