Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confesar
01
ομολογώ
decir la verdad sobre algo que se ha hecho, especialmente algo malo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
confieso
γ΄ ενικό πρόσωπο
confiesa
ενεστώτα μετοχή
confesando
απλός αόριστος
confesé
παθητική μετοχή
confesado,confeso
Παραδείγματα
El testigo confesó haber visto al culpable.
Ο μάρτυρας ομολόγησε ότι είδε τον ένοχο.



























