Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conferir
01
παρέχω, απονέμω
otorgar, asignar o transferir un derecho, poder, autoridad o propiedad a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
confiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
confiere
ενεστώτα μετοχή
confiriendo
απλός αόριστος
confitó
παθητική μετοχή
conferido
Παραδείγματα
El título de propiedad confiere el derecho pleno de usar y disponer del terreno.
Ο τίτλος ιδιοκτησίας παρέχει το πλήρες δικαίωμα χρήσης και διάθεσης του οικοπέδου.



























