Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incremental
01
σταδιακός, προσαυξητικός
changing or progressing in small, steady steps rather than in sudden leaps or bounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incremental
συγκριτικός βαθμός
more incremental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist refined their technique through incremental experimentation with different mediums.
Ο καλλιτέχνης βελτίωσε την τεχνική του μέσω σταδιακής πειραματοποίησης με διαφορετικά μέσα.
Λεξικό Δέντρο
incrementally
incremental
increment



























