Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incremental
01
σταδιακός, προσαυξητικός
changing or progressing in small, steady steps rather than in sudden leaps or bounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incremental
συγκριτικός βαθμός
more incremental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project made incremental progress over several months, with each step building upon the last.
Το έργο έκανε σταδιακή πρόοδο σε διάστημα πολλών μηνών, με κάθε βήμα να βασίζεται στο προηγούμενο.
Λεξικό Δέντρο
incrementally
incremental
increment



























