Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incident
01
περιστατικό, γεγονός
an event or happening, especially a violent, unusual or important one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incidents
Παραδείγματα
The news reported a shocking incident involving a celebrity at the airport.
Τα νέα ανέφεραν ένα σοκαριστικό περιστατικό που αφορά μια διασημότητα στο αεροδρόμιο.
02
περιστατικό
a strong disagreement or conflict between two countries that often involves military action
Παραδείγματα
The recent border incident between the two countries has escalated tensions and led to increased military presence on both sides.
Το πρόσφατο περιστατικό στα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών έχει κλιμακώσει τις εντάσεις και οδήγησε σε αυξημένη στρατιωτική παρουσία και από τις δύο πλευρές.
03
περιστατικό, γεγονός
a disruptive or chaotic event in a public setting
Παραδείγματα
Police were called to handle an incident at the nightclub involving a fight.
Η αστυνομία κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα περιστατικό στο νάιτ κλαμπ που αφορούσε έναν καβγά.
incident
01
προσπίπτων, προσπίπτων
(of light) falling on or striking a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The angle of incident light affected the room's brightness.
Η γωνία του προσπίπτοντος φωτός επηρέασε τη φωτεινότητα του δωματίου.
02
ασήμαντος, μικρός
of little importance in significance or nature
Παραδείγματα
The scratches on the car were incident and easily fixed.
Τα γρατζουνιές στο αυτοκίνητο ήταν ασήμαντες και διορθώθηκαν εύκολα.
03
τυχαίος, παραπλήσιος
happening by chance alongside or as a consequence of something else
Παραδείγματα
The noise was incident to the construction work.
Ο θόρυβος ήταν συμπτωματικός των εργασιών κατασκευής.
Λεξικό Δέντρο
incidental
incident



























