Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperturbable
01
ατάραχος, ήρεμος
consistently calm, restrained, and composed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperturbable
συγκριτικός βαθμός
more imperturbable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His imperturbable expression revealed none of his inner thoughts.
Η ατάραχη έκφρασή του δεν αποκάλυψε καμία από τις εσωτερικές του σκέψεις.
Λεξικό Δέντρο
imperturbability
imperturbableness
imperturbable
imperturb



























