Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperturbable
01
ατάραχος, ήρεμος
consistently calm, restrained, and composed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imperturbable
συγκριτικός βαθμός
more imperturbable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
temperament, behavior, character
Παραδείγματα
The imperturbable captain led his crew through the storm without a hint of fear.
Ο ατάραχος καπετάνιος οδήγησε το πλήρωμά του μέσα από τη θύελλα χωρίς ίχνος φόβου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imperturbability
imperturbableness
imperturbable
imperturb



























