Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hurry
01
βιάζομαι, σπεύδω
to move or do something very quickly, particularly because of a lack of time
Intransitive: to hurry | to hurry somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hurry
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurries
ενεστώτα μετοχή
hurrying
απλός αόριστος
hurried
παθητική μετοχή
hurried
Παραδείγματα
Not wanting to miss the flight, the family hurried through the airport security checkpoint.
Δεν θέλοντας να χάσουν την πτήση, η οικογένεια βιάστηκε να περάσει από το σημείο ασφαλείας του αεροδρομίου.
02
βιάσου, επισπεύδω
to prompt or induce speed or quick movement
Transitive: to hurry sb
Ditransitive: to hurry sb to do sth
Παραδείγματα
The loudspeaker announcement hurried passengers to board the plane quickly.
Η ανακοίνωση από τα μεγάφωνα βίασε τους επιβάτες να επιβιβαστούν γρήγορα στο αεροπλάνο.
Hurry
01
βιασύνη, επείγον
a state of urgency or rush, often caused by a need to complete a task quickly or reach a destination within a limited timeframe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hurries
02
βιασύνη, σπευσμός
overly eager speed (and possible carelessness)
03
βιασύνη, σπευσμός
the act of moving hurriedly and in a careless manner
Λεξικό Δέντρο
hurried
hurrying
hurrying
hurry



























