to hurry
hu
ˈhʌ
χα
rry
ri
ρι
harry

Ορισμός και σημασία του "hurry"στα αγγλικά

to hurry
01

βιάζομαι, σπεύδω

to move or do something very quickly, particularly because of a lack of time 
Intransitive: to hurry | to hurry somewhere
to hurry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
hurry
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurries
ενεστώτα μετοχή
hurrying
απλός αόριστος
hurried
παθητική μετοχή
hurried
Παραδείγματα
Realizing he was late for the meeting, John hurried to the conference room. 

Συνειδητοποιώντας ότι άργησε για τη συνάντηση, ο John βιάστηκε να πάει στην αίθουσα συνεδριάσεων.

02

βιάσου, επισπεύδω

to prompt or induce speed or quick movement 
Transitive: to hurry sb
Ditransitive: to hurry sb to do sth
Παραδείγματα
The boss hurried the team to complete the project before the deadline. 

Το αφεντικό βίασε την ομάδα να ολοκληρώσει το έργο πριν από την προθεσμία.

01

βιασύνη, επείγον

a state of urgency or rush, often caused by a need to complete a task quickly or reach a destination within a limited timeframe 
hurry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hurries
02

βιασύνη, σπευσμός

overly eager speed (and possible carelessness) 
03

βιασύνη, σπευσμός

the act of moving hurriedly and in a careless manner 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hurried
hurrying
hurrying
hurry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store