Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hurtful
01
πληκτικός, επιζήμιος
causing pain or distress to someone's feelings, often through unkind words or actions
Παραδείγματα
It 's hurtful to be excluded by your friends.
Είναι πληκτικό να σε αποκλείουν οι φίλοι σου.
02
βλαβερός, επιβλαβής
causing damage or harm, especially by weakening or injuring
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hurtful
συγκριτικός βαθμός
more hurtful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That remark was not only rude but hurtful to morale.
Αυτή η παρατήρηση δεν ήταν μόνο αγενής αλλά και βλαβερή για το ηθικό.
Λεξικό Δέντρο
hurtful
hurt



























